- μαγύδαρις
- μαγύδαρις, ἡ, der Same von der Pflanze Silphion, auch die Wurzel u. der Stengel. Und eine andere, von σίλφιον verschiedene Pflanze
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
μαγύδαρις — η (AM μαγύδαρις) νεοελλ. βοτ. γένος δικότυλων ποωδών φυτών τής οικογένειας τών σκιαδοφόρων, με δύο είδη, τής Ισπανίας, τής Σικελίας και τής ΒΔ. Αφρικής μσν. αρχ. το φυτό πράγκος ο νομευτικός αρχ. ο καρπός, η ρίζα ή ο χυμός τού σιλφίου. [ΕΤΥΜΟΛ.… … Dictionary of Greek